χάμπουργκερ

το, Ν
άκλ.
1. το κιμαδοποιημένο βοδινό κρέας
2. πίτα από το παραπάνω κρέας
3. σάντουιτς με αυτήν την πίτα και με ποικίλη γαρνιτούρα
4. είδος βραστού λουκάνικου. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. hamburger (steak) < γερμ. Hamburger < Hamburg «Αμβούργο»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Μακ Ντόναλντ, Ρίτσαρντ — (Richard McDonald, Μάντσεστερ, Νιού Χάμσαϊρ 1909 – Μάντσεστερ 1998). Αμερικανός επιχειρηματίας, εμπνευστής της ομώνυμης αλυσίδας εστιατορίων. Το 1937 άνοιξε, μαζί με τον αδελφό του Μόρις, το πρώτο εστιατόριο στην Αρκάντια της Καλιφόρνια,… …   Dictionary of Greek

  • Βερολίνο — (Βerlin). Πόλη (3.392.900 κάτ. το 1999) της βορειοανατολικής Γερμανίας, πρωτεύουσα της Γερμανικής Ομοσπονδίας (από το 1871 έως το 1945, και ξανά από το 1990, μετά την ένωση των δύο Γερμανιών και των αντίστοιχων τμημάτων του Β., Ανατολικού και… …   Dictionary of Greek

  • Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής Συντομευμένη ονομασία: ΗΠΑ (USA) Έκταση: 9.629.091 τ. χλμ Πληθυσμός: 278.058.881 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Ουάσινγκτον (6.068.996 κάτ. το 2002)Κράτος της Βόρειας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τον… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.